βράγχιον

βράγχ-ιον, τό,
A fin, dub. in Arion 1.4 (βράγχιοι codd. Ael.).
II in pl., gills of fishes, Arist.HA589b19, PA696b1, Theoc.11.54 (sg., Ael.NA16.12).
III = βρόγχιον, βρόγχος, dub.l. in Arist.Spir.483a22, cf. HA603a32.
IV hull of a ship, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βράγχιον — fin neut nom/voc/acc sg βραγχάω to have a sore throat imperf ind act 3rd pl (epic doric ionic) βραγχάω to have a sore throat imperf ind act 1st sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραγχίον — βραγχάω to have a sore throat pres part act masc voc sg (epic doric ionic) βραγχάω to have a sore throat pres part act neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραγχίοις — βράγχιον fin neut dat pl βραγχάω to have a sore throat pres opt act 2nd sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραγχίου — βράγχιον fin neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραγχίων — βράγχιον fin neut gen pl βραγχάω to have a sore throat pres part act masc nom sg (epic doric ionic) βραγχιάω imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) βραγχιάω imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βράγχια — βράγχιον fin neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βράγχιο — το (AM βράγχιον) συνήθως στον πληθ. βράγχια, τα τα αναπνευστικά όργανα υδρόβιων και ψαριών αρχ. 1. το πτερύγιο του ψαριού 2. βρόγχος του αναπνευστικού συστήματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. βράγχος «βραχνάδα». Η σημασιολογική εξέλιξη που παρατηρείται στο …   Dictionary of Greek

  • Gill — A gill is an anatomical structure found in many aquatic organisms. It is a respiration organ whose function is the extraction of oxygen from water and the excretion of carbon dioxide. The microscopic structure of a gill is such that it presents a …   Wikipedia

  • lamelibranquio — (Del lat. lamella, laminilla + branquia.) ► adjetivo/ sustantivo masculino ZOOLOGÍA Perteneciente a una clase de moluscos marinos o de agua dulce, de cabeza rudimentaria, con concha bivalva, como la almeja y el mejillón. SINÓNIMO bivalvo * * *… …   Enciclopedia Universal

  • βράγχος — βράγχος, ο (Α) βραχνάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για εκφραστικό σχηματισμό και συγχρόνως όρο της τεχνικής ορολογίας, άγνωστης ετυμολ. Χωρίς ισχυρή βάση παραμένει ο συσχετισμός με τον αόρ. βραχείν ηχήσαι, ψοφήσαι (Ησύχ.) (πρβλ. ήδη ομηρ. βράχε /… …   Dictionary of Greek

  • βράγχι' — βράγχια , βράγχιον fin neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.